Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
«Το γέλοιο είπε μέγας φιλόσοφος είναι το μόνον διακριτικόν του ανθρώπου από του ζώου. Ας δείξωμεν λοιπόν οι Αθηναίοι ότι ξεύρομεν να γελώμεν: Ο εστί μεθερμηνευόμενον: ότι δεν είμεθα ζώα!», έγραφε ο Βλάσης Γαβριηλίδης το 1889[1]. Συμπλήρωνε δε πως «η ευθυμία είναι δύναμις την οποίαν όλοι παραγνωρίζομεν. Η σκυθρωπότης είναι προσωπείον βλακείας». Άλλος, ανώνυμος αυτή τη φορά αρθρογράφος, παρουσίαζε την αποκριάτικη κίνηση στους κεντρικούς δρόμους, στις γειτονιές, αλλά και τα σπίτια των Αθηνών και ισχυριζόταν πως «το Καρναβάλι των Αθηνών δύναται να γίνη ονομαστόν εις την Ανατολήν και να προσελκύη δεκάδας χιλιάδας ξένων και επαρχιωτών η πόλις μας κατά τας ημέρας ταύτας»[2].
Μπαγλαρώματα…
Ήταν η εποχή κατά την οποία η ελληνική πρωτεύουσα αποκτούσε το νεοκλασικό χαρακτήρα της και αναζητούσε τις οδούς της ευρωπαϊκής προοπτικής της, στις οποίες ήθελε να εντάξει ακόμη και τα έθιμά της. Διότι είχαν τον δικό τους χαρακτήρα οι εορτασμοί στην Αθήνα. Χαρακτήρας που αποτυπωνόταν ιδιαιτέρως στην κίνηση που παρουσιαζόταν στις γειτονιές της πόλεως. Πλάκα, Ψυρρή, Ακρόπολη, Άγιος Φίλιππας, Βάθεια. Εκεί ο πραγματικός λαός, «και εννοούμεν τον αληθή λαόν, ουχί δε τους πτωχοαλαζόνας, τους πιθηκίζοντας τον ευρωπαϊσμόν» όπως έγραφε ο Τύπος[3]. Ο κόσμος διασκέδαζε απολαμβάνοντας τις Αποκριές του χωρίς να ασχολείται με όσους προσπαθούσαν να πείσουν «ότι δυστυχεί, ότι υποφέρει εκ στερήσεων, πείνης, λιμού, λοιμού, αυχμού, καταποντισμού κ.λπ.»!
Το ακριβώς συνέβαινε στις γειτονιές τις αποκριάτικες ημέρες στα τέλη του 19ου αιώνος; Από τις δέκα το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου επίδοξοι καρναβαλιστές τριγυρνούσαν στους δρόμους ακολουθούμενοι από πλήθος περιέργων. Περικλέτοι μπαγλάρωναν αλύπητα ποικιλόμορφους Φασουλήδες. Γκαμήλες χοροπηδούσαν κωμικά. Σχοινοβάτες και παλιάτσοι με μουντζουρωμένα πρόσωπα επιδείκνυαν την ευκαμψία των μελών τους στη μέση του δρόμου. Λίγες καρέκλες, δύο ή τρία τραπέζια από κοντινά καφενεία ή σπίτια, βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο, χρησίμευαν πρόχειρα για την επίδειξη της σχοινοβατικής επιτηδειότητάς τους.
Τριγύρω ευρύς κύκλος θεατών, κυρίως παιδιών της γειτονιάς και νεαρών. Τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών γεμάτα γυναίκες και κορίτσια. Όταν τελείωνε το θέαμα, ο παλιάτσος περιερχόταν με τον δίσκο του, μαζεύοντας πεντάρες που έπεφταν ως χάλκινη βροχή από ψηλά. Πιο θορυβώδης απ’ όλους ο Περικλέτος, με τις συνήθεις ευφυολογίες του και την τάση να ξυλίζει άγρια όποιον του ζητούσε χρήματα, προκαλώντας ακράτητα γέλια. Αφού ευχόταν «και του χρόνου», το κάρρο πάνω στο οποίο ήταν στημένη η σκηνή, συρόμενο συνήθως από κάποιον ισχνό ημίονο και πάντα έχοντας πίσω του ομάδα παιδιών που θορυβούσε και αλάλαζε, απομακρυνόταν για να σταματήσει εκατό βήματα παρακάτω και να επαναλάβει την ίδια σκηνή.
Τα απειράριθμα κλειδοκύμβαλα και οι «πολυόργανοι μουσικαί» μόλις επέτρεπαν πλέον στους περαστικούς «εις καμμίαν εσχατιάν της πόλεως» να ακούσουν τη μονότονη, αλλά γλυκιά φωνή της εργάτριας[4]. Εκείνης που τραγουδούσε το παλιό τραγούδι της Αττικής: «Σαν της Πεντέλης το νερό / Που πάει ρέμα-ρέμα / Έτσι να πάη το αίμα του / που λέει κακό για σένα».
Στου Ψυρρή
Το αποκριάτικο πανηγύρι στηνόταν πάντα νωρίς, πολλές φορές και από τον Δεκέμβρη του προηγούμενου έτους. Έριζαν οι κάτοικοι της οδού Κοραή με τους κατοίκους του Συντάγματος, αφού ο καθένας ήθελε να απολαμβάνει το θέαμα από το σπίτι του, ενώ τυχόν επίσκεψη του βασιλιά αποτελούσε το μεγαλύτερο κοσμικό γεγονός. «Εν τω μεταξύ να ιδούμε τι λένε οι κάτοικοι της πλατείας… Ψυρρή» έγραφαν οι εφημερίδες[5]. Μια τέτοια περιγραφή των αποκριάτικων προετοιμασιών στις αυλές του Ψυρρή, η οποία μάλλον αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στα φτωχικά χαμόσπιτα και τις αυλές τους, είναι και η παρακάτω:
«Μία μάνδρα επί της οποίας οι απολυμανταί έχουν σύρει βουρτσιές ασβέστου, γκρεμισμένη από δύο μέρη, με μίαν πόρταν τρισαθλίαν. Εις τα ενδότερα του περιβόλου κάποιος όμιλος λερωμένων και κουρελιασμένων ανθρώπων κινείται. Ένας εξ αυτών κρατεί μεγάλα μουντζουρωμένα χειρόγραφα και αναγινώσκει. Μία κεφαλή, η οποία είνε αδύνατον να εννοήση κανείς εις ποίον θηρίον ανήκει, πάντως όμως κεφαλή θηρίου προϋπάρξαντος μισοσκεπάζεται από μίαν λινάτσαν εις τον τοίχον. Μη φοβείσθε είνε γκαμήλα. Προπαρασκευή γκαμήλας διά τας Απόκρεω. Παρακάτω γυμνάζεται ο θίασος. Οι ηθοποιοί του κάρρου άφησαν το χασισοποτεϊον και εμαζεύθησαν εις την μάνδραν…
Εν τω μεταξύ, όλαι αι οικογένειαι αι κατοικούσαι μέσα εις την μάνδραν, βγαίνουν από τας τρύπας των και τινάζουν εις τον ήλιον αμυθήτου ρύπου παπλώματα. Κόττες, σκυλιά, ένας γάϊδαρος, μία κάτισχνος γίδα, γάτες, αναμιγνύονται εις τας δοκιμάς. Οι άγνωστοι ηθοποιοί εξακολουθούν να παρασκευάζουν μέσα εις την μάνδραν τον οίνον της χονδρής αστειότητος, ο οποίος θα χυθή αύριον εις τους δρόμους και θα μεθύση τα πλήθη».
«Συντροφίαι υπηρετριών»
Το απόγευμα, όσο ακόμη κρατούσε ο ήλιος, έβγαιναν για περιπάτους «πολυπληθείς συντροφίαι υπηρετριών»[6]. Καθαρές, κομψές, γυαλιστερές, έπαιρναν γελώντας την άδειά τους για να δουν τους μασκαράδες. Ή να ακούσουν τον Θεοδοσίου να απαγγέλλει το άτεχνο δίστιχό του: Πολλοί μου λέγουν πως πάσχω / Κι’ όμως έγω είμαι καλλίτερος ποιητής από τον Παράσχο!
Και συνέχιζε πάνω στο κάρρο του: «Άνοιξε το Τριώδιον και ήλθεν η αποκρηά / Και χαίρεται η νέα, αναστενάζει η γρηά, / και γω πάνω στο κάρρο μου κρυώνω για την τύχη μου / και κρύοι και αποκρύοι και φέτο θάναι οι στίχοι μου. / Άνοιξε το Τριώδιον δεν έχουμε παρά / κι’ η δόλια η κοιλίτσα μας παίζει τον ταμπουρά / Άνοιξε το Τριώδιον παντού φωνές κι’ αντάρα / Και το «Κορδόνι» κι η «Εληά» δεν δίνουνε δεκάρα / γι’ αυτό λοιπόν θα σας το πω κ’ γω μια ώρα αρχήτερα /πως ήταν κάθε πέρσι και καλλίτερα!» προειδοποιώντας άπαντες: «Και εφέτος λοιπόν θα έχωμεν οικονομίαν / Ήγουν θα εναποταμιεύσωμεν δραχμήν μίαν / Και θα ζήσωμεν ανέτως / Ως μασκαράδες όλον το έτος».
Ο Τίμος Μωραϊτίνης δεν άφηνε ασχολίαστο ότι «ήσαν η χαρά της γειτονιάς, το γλέντι του φτωχόκοσμου, το χαμόγελο του έρημου δρόμου, αλλά και του κοσμικού κέντρου ακόμη η ευθυμία. Ο Θεοδοσίου, αν και δεν ήταν αρχηγός σχολής, είχεν, εν τούτοις, οπαδούς»[7]. Όταν βράδιαζε, η κίνηση στις γειτονιές αραίωνε, αλλά δεν σταματούσε. Παρέες μασκαράδων περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, μερικοί φορώντας περίεργες ενδυμασίες, με πιο εντυπωσιακές πάντοτε τις «βλάχες», οι οποίες φορούσαν τις λαμπρές παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές. Στους δρόμους άναβαν συχνά φωτιές και τριγύρω μαζεύονταν παιδιά, προκαλώντας ζωηρότητα στις απόκεντρες γειτονιές.
«Το βράδυ εκάπνιζαν αι ρητινώδεις πυραί προ των οινοπωλείων των αποκέντρων συνοικιών, αναγκάζουσαι τας γυναίκας της γειτονίας μέχρι βαθείας νυκτός να κάθηνται εν τη εξωθύρα συνδαυλίζουσαι την πυράν και αναμένουσαι να ίδουν καμμίαν παρέλασιν μασκαράδικης παρέας γυναικών και ανδρών, οίτινες υπό τα δόμινα, ή τα λευκά σινδόνια και τας πετσετίνους τιάρας φέροντες μεθ’ εαυτών και την απαραίτητον κιθάραν μετέβαινον εις τους φιλικούς οίκους προς διασκέδασιν», περιέγραφαν οι εφημερίδες[8].
Οι παρέες λιγόστευαν και τα οινοπωλεία έκλειναν, αλλά παρέμεναν ανοιχτά τα ζυθοπωλεία, γεμάτα από θαμώνες μέχρι τη βαθιά νύκτα. Θορυβώδη τραγούδια και γέλια ακούγονταν στη συνοικία της Νεαπόλεως, όπου κατοικούσαν ως επί το πλείστο φοιτητές, οι οποίοι γυρνούσαν στους δρόμους μεταδίδοντας την ευθυμία τους. Δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που συναθροίζονταν στο δωμάτιο ενός συμπατριώτη τους και διασκέδαζαν όλο το βράδυ. Οι βραχνές από το τραγούδι και την οινοποσία φωνές τους ηχούσαν μέχρι τον δρόμο…
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 13 Μαρτίου 2016.